Στις 12 Μαΐου 1996, η τότε πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Madeleine Albright, παραχωρεί συνέντευξη στη δημοσιογράφο Lesley Stahl για την εκπομπή 60 Minutes του CBS News. Η Stahl τη ρωτά αν οι περίπου 500.000 θάνατοι παιδιών στο Ιράκ, που αποδίδονταν στις κυρώσεις μετά την εισβολή στο Κουβέιτ, ήταν ένα τίμημα που άξιζε να πληρωθεί.
Η Albright κάνει μια σύντομη παύση και απαντά:
«Είναι μια πολύ δύσκολη επιλογή, αλλά πιστεύουμε ότι το τίμημα άξιζε».
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου 2011, η Hillary Clinton, ενώ δίνει συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους τηλεοπτικών δικτύων, ενημερώνεται για τον θάνατο του Καντάφι και δηλώνει παιχνιδιάρικα:
«We came, we saw, he died» – «Ήρθαμε, είδαμε, πέθανε»,
παραφράζοντας το Veni, vidi, vici του Ιουλίου Καίσαρα, δύο χιλιάδες χρόνια πριν.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη Βενεζουέλα σήμερα; Απόλυτη.
Διότι αυτό που ζούμε -και όσα θα ακολουθήσουν- δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχεια μιας πάγιας πολιτικής: της εργαλειοποίησης του ανθρώπινου κόστους στο όνομα γεωπολιτικών στόχων.
Θα γραφτούν πολλές αναλύσεις. Το τελευταίο που θέλω είναι να προσθέσω άλλη μία που θα λέει τα ίδια. Καμία ανάλυση, όμως, δεν έχει νόημα αν δεν ιδωθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της αποπαγκοσμιοποίησης που διανύουμε, αλλά και αν δεν κατανοήσουμε ότι ο Τραμπ δεν αλλάζει στρατηγική - απλώς αφαιρεί το «περιτύλιγμα».
Ίσως αυτό ήταν που σόκαρε και τους πρόθυμους της Ευρώπης: ότι για πρώτη φορά δεν υπήρχε ένα πειστικό αφήγημα για να κρυφτούν από πίσω. Το αφήγημα περί «ναρκωτικών» ήταν τόσο σαθρό που δεν έπειθε ούτε τους ίδιους.
Όπως καμία ιστορία δεν αρχίζει τη στιγμή της επέμβασης, έτσι και αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα δεν ξεκίνησε επί Τραμπ αλλά πηγαίνει δεκαετίες πίσω.
Θα διαβάσετε για πετροδολάρια, φυσικούς πόρους, γεωπολιτικά δόγματα. Όλα ισχύουν ως έναν βαθμό.
Πριν καν ξεκινήσει η συζήτηση για τον «αυταρχισμό» του Μαδούρο αξίζει να δει κανείς πώς κυβερνήθηκε η Βενεζουέλα από το 1999 έως σήμερα, με κομβικό σημείο το 2001, όταν ο Ούγκο Τσάβες, με τον Νόμο για τους Υδρογονάνθρακες, αύξησε το μερίδιο του κράτους και περιόρισε τον έλεγχο των πολυεθνικών. Από εκείνη τη στιγμή, η χώρα θεωρείται πολιτική και συστημική απειλή.
Οι ΗΠΑ, μέσω της USAID και του NED, ξεκινούν έναν παρατεταμένο οικονομικό και πολιτικό πόλεμο: απεργίες, οργανωμένες κινητοποιήσεις, ασφυκτικό οικονομικό έλεγχο, χρηματοδότηση της αντιπολίτευσης και μιντιακή δαιμονοποίηση της κυβέρνησης, ένα μοτίβο γνώριμο σε όποια χώρα βρέθηκε στη «λάθος» πλευρά της ιστορίας.
Ακολουθεί το αποτυχημένο πραξικόπημα κατα του Τσαβες του 2002 με εμπλοκή, πολιτική στήριξη και χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ (για οσους ακόμα εχουν απορίες, έχει αποδειχθεί από αποχαρακτηρισμένα επίσημα έγγραφα).
Από το 2005 και μετά ξεκινά μια παγκόσμια καμπάνια απονομιμοποίησης της Βενεζουέλας, με τίτλους περί λιμού, ανθρωπιστικής κρίσης και «κλεμμένων» εκλογών, παρότι διεθνείς παρατηρητές κατέγραφαν το αντίθετο.
Το 2015 ο πρόεδρος Ομπάμα (Νομπελ Ειρήνης 2009) υπογράφει διάταγμα με το οποίο η Βενεζουέλα χαρακτηρίζεται «έκτακτη και ασυνήθιστη απειλή» για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ανοίγει έτσι ο δρόμος για τις σκληρότερες και πιο εκτεταμένες κυρώσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Ακολουθεί οικονομικός στραγγαλισμός: αποκλεισμός της Βενεζουέλας από τα ίδια της τα αποθέματα χρυσού και από κάθε μορφή διεθνούς χρηματοδότησης, απόπειρες ανατροπής και απαγωγής του Μαδούρο, καθώς και η διεθνής παρωδία της αναγνώρισης του Γκουαϊδό ως «μεταβατικού προέδρου», ενώ συνεχίζεται η πλήρης αποκοπή από πηγές ρευστότητας. Την ίδια στιγμή, τα διεθνή πρωτοσέλιδα μιλούν ασταμάτητα για λιμό, διαφθορά και εγκληματικότητα.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο Νόμπελ Ειρήνης της Ματσάδο.
Θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι για την κατάρρευση της Βενεζουέλας φταίνε μόνο οι ΗΠΑ. Όμως αυτό θα ήταν ιστορικά ελλιπές. Μια τόσο βαθιά κρίση δεν γεννιέται από το μηδέν ούτε οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα.
Το μεγαλύτερο οικονομικό λάθος της Βενεζουέλας ήταν η απόλυτη εξάρτησή της από το πετρέλαιο. Για δεκαετίες, η χώρα στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό, εγκαταλείποντας την εγχώρια παραγωγή και εξαρτώμενη από εισαγωγές για τα πάντα.
Ο Τσάβες δεν άλλαξε αυτή τη βάση. Άλλαξε όμως το πού πήγαιναν τα χρήματα: τα επέστρεψε στον λαό, μειώνοντας δραστικά τη φτώχεια. Όταν όμως οι τιμές του πετρελαίου κατέρρευσαν μετά το 2013 και ανέλαβε ο Μαδούρο -χωρίς το πολιτικό βάρος και το χάρισμα του Τσάβες- το σύστημα άρχισε να διαλύεται.
Οι κυρώσεις περιόρισαν δραστικά την πρόσβαση της χώρας στο διεθνές τραπεζικό σύστημα και στις χρηματοπιστωτικές ροές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μεγάλο μέρος του ιδιωτικού τομέα, που ήλεγχε την παραγωγή, τις εισαγωγές και τη διανομή και επιδίωκε μια φιλικά προσκείμενη κυβέρνηση, καθυστέρησε ή ανέστειλε εισαγωγές, αποθήκευσε προϊόντα, τα διοχέτευσε στη μαύρη αγορά ή τα εξήγαγε παράνομα, δημιουργώντας τεχνητές ελλείψεις, συχνά πριν από εκλογικές αναμετρήσεις, και βαθαίνοντας την εξαθλίωση.
Το αποτέλεσμα ήταν η εδραίωση παράλληλης οικονομίας, γενικευμένου λαθρεμπορίου και διαφθοράς. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας, αποσταθεροποίησης και διαρκούς εξωτερικής απειλής, το κράτος σκληραίνει και κλείνεται, όχι απαραίτητα ως ιδεολογική επιλογή, αλλά ως αμυντική αντίδραση όταν ο έλεγχος έχει ήδη χαθεί.
Δεν πρόκειται για το απλοϊκό αφήγημα του «βάρβαρου δικτάτορα» που αναπαράγουν μηχανικά τα ΜΜΕ και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς το λεξιλόγιό τους: σε κάθε αναφορά στον Μαδούρο εμφανίζεται σχεδόν υποχρεωτικά η λέξη regime και ο όρος brutal dictator.
Πρόκειται, αντίθετα, για το πώς μια κοινωνία λύγισε από έναν συνδυασμό εσωτερικών λαθών και μακρόχρονης εξωτερικής πίεσης.
Αυτό που ζούμε σήμερα είναι το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας που ξεκίνησε το 2001 και δυστυχώς η ιστορία μέχρι τώρα εχει αποδείξει ότι αυτό που τελικά μένει είναι η κανονικοποιηση της εξαθλίωσης και της βίας.
(Μια προσπάθεια ψύχραιμης ανάλυσης, γιατί χωρίς γνώση δεν υπάρχει κριτική.).
Φραγκισκα Μεγαλουδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου