Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Έργα και ημέρες υπηρετών της εξουσίας του κεφαλαίου








Ποτέ μην έχετε αυταπάτες για τον καπιταλισμό
Με φασισμό ή αστική δημοκρατία, η βία, το έγκλημα, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση και τα βασανιστήρια της εξουσίας του ποτέ δεν αλλάζουν. Τα κάνουν πάντα με οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης. Μοναδικός στόχος η διατήρηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο.
Ποτέ μη ξεγελαστείτε…
Μνήμες Γυάρου

«Απαγορεύεται»
Ημερολόγιο της φυλακής, από τον Αντρέα Νενεδάκη
Γυάρος: Τόπος εξορίας από το 1947 μέχρι το 1952, από το 1955 μέχρι το 1961 και από το 1967 μέχρι το 1974.
Στο θανατονήσι έχουν μαρτυρήσει «το γάλα της μάνας τους» περισσότεροι από 20.000 κρατούμενοι
Αποσπάσματα
***
«Είμαστε πεντακόσιοι πενήντα ένας πολιτικοί κρατούμενοι από τις φυλακές της Καλαμάτας, με το προσωπικό και με το διευθυντή μαζί. Βγήκαμε στις 5 το πρωί κι αντικρίσαμε ένα μαύρο όγκο που ξεπετιόταν μέσα από τη θάλασσα με κλίση 45° - ήτανε η Γιούρα.
(...) Οπως είμαστε φορτωμένοι και στη γραμμή, παρατάχτηκαν οι χωροφύλακες με "εφ' όπλου λόγχη" και με αυτόματα από τις δυο πλευρές. Ενας αντισυνταγματάρχης διάταξε ησυχία κι άρχισε να μιλεί:
-- Συνέλθετε. Βρισκόσαστε στη Γιούρα, θα τα ξεχάσετε όλα όσα ξέρετε. Πας άφρων θα παταχθεί αμειλίκτως, πληρώνοντας το παράπτωμά του ακόμα και με τη ζωή του. Εχω δώσει διαταγή εις την φρουράν, για καθετί που θ' αντιληφθεί, ν' ανοίξει πυρ άνευ νεωτέρας μου διαταγής!
Μέναμε ακίνητοι - κανείς δεν ήτανε "άφρων" (...) Οι χωροφύλακες με τους αλφαμίτες μάς ρίχτηκαν, μας έσπρωχναν, μας έβριζαν και μας χτυπούσαν (...) Ο ήλιος σε λίγο βγήκε μέσα από τη θάλασσα, άρχισε να ψηλώνει, ν' ανεβαίνει μεσούρανα και να μας παίρνει και την τελευταία ανάσα. Οι σκοποί άλλαζαν, έπιναν νερό, κατουρούσαν, σε μας απαγορεύονταν όλα - στέκαμε εκεί περιμένοντας.
Ο τόπος ήτανε σκληρός. Μικρές πέτρες αλωνισμένες από την αλμύρα και τον αέρα άφριζαν πάνω στο χώμα (...) Δυο μέτρα δίπλα μας ήταν η θάλασσα. Πόσο επιθυμούσαμε όλοι ν' ακουμπήσουμε τα κουρασμένα μας κορμιά εκεί στον αφρό, να πλησιάσουμε εκεί που έγλειφε το κύμα, να πλύνουμε τα πόδια και τα χέρια μας και να υγραθεί το φρυγμένο μας στόμα.
Κάθε λίγο ερχόταν ένας ανθυπασπιστής της Επιμελητείας με τους βοηθούς του και χτυπούσε χωρίς διάκριση - ήταν αποσπασμένος στη Γιούρα από το Γενικό Επιτελείο για την επίβλεψη του υλικού.
-- Είσαι παντρεμένος; ρωτούσε έναν κρατούμενο.
Αν ήταν παντρεμένος, έπεφτε πάνω του φωνάζοντας και βρίζοντας:
-- Και πού την άφησες, μωρέ, τη γυναίκα σου; Πού την πούλησες;
Αν ήταν ανύπαντρος ο κρατούμενος, χειρότερα.
-- Δεν παντρεύτηκες για να μην έχεις υποχρεώσεις... Το Κόμμα παντρεύτηκες, μωρέ; Καλύτερα που δεν παντρεύτηκες, για να μην έχεις αποσπορίδια.
Ηταν με τα καλά του - έτσι φαινόταν. Ομως, έτσι που κάθε λίγο τον έπιανε ξαφνικά και, βγαίνοντας από τη σκηνή έτρεχε φωνάζοντας και ρωτώντας τα ίδια και τα ίδια συνέχεια από το πρωί, σου 'ρχόταν να γελάσεις.
-- Είσαι παντρεμένος; Δεν είσαι;
Και δώσ' του και χτυπούσε αλύπητα.
(...) Εσπασαν κεφάλια, χτύπησαν κορμιά, ώσπου κουράστηκαν. Μερικούς τους χτυπούσαν έως αργά το βράδυ (...)
Ηταν η πρώτη νύχτα της Γιούρας.
(...) Πριν βγει ο ήλιος, τριγύρω στους λόφους άρχισαν τους πυροβολισμούς (...) Ο πρώτος που σήκωσε το κεφάλι του από περιέργεια δέχτηκε ομαδικές ροπαλιές. Οι άλλοι γύρω του, όσοι κουνήθηκαν, έπαθαν τα ίδια κι όσοι έμειναν ακίνητοι, όσοι θέλοντας να γλιτώσουν έκαναν τους αδιάφορους, δέχτηκαν ολόκληρη μπόρα.


-- Ωστε είσαι ψύχραιμος; Πώς σε λένε; Είσαι ο στρούκτορας οπωσδήποτε.
(...) Μας παράταξαν πάλι. Η γραμμή τώρα ήταν δεκαπλή με το μέτωπο προς την ξηρά, με τα πράγματά μας δίπλα και τριγύρω οι σκοποί, οι φύλακες και οι αλφαμίτες. Δε μιλούσε κανείς - σχεδόν δεν αναπνέαμε - κι όμως, οι κραυγές τους δε σταματούσαν (...) Ο πρώτος γδύθηκε τσίτσιδος. Του 'πιασαν τα ρούχα, τα πασπάτευαν και τον κορόιδευαν με διάφορους τρόπους: Ενας έχωνε στ' αχαμνά του το ντουφέκι, άλλος το ζαχαροκάλαμο που κρατούσε κι άλλοι, όλοι μαζί, φώναζαν, τίναζαν τα ρούχα του και τον κλοτσούσαν ή τον έφτυναν.
-- Ανθρωπος για να διοικήσει τον τόπο.
-- Για τον αγώνα ήρθες εδώ, μωρέ;
-- Κοίτα τον ψωριάρη.
-- Αυτός είναι ο συναγωνιστής, μωρέ;
Και γυρνώντας σε μας, μας τον έδειχναν όπως ήταν γυμνός, φτυσμένος και καταματωμένος.
- Να, μωρέ, ο γραμματέας σας! Να...
Ημαστε όλοι βαθμούχοι - γραμματείς, στρούκτορες, αρχηγοί, κομματάρχες. Δεν έμεινε άνθρωπος χωρίς βαθμό και δίχως διάκριση.
Η μέρα δεν τέλειωνε. Ενας - ένας περνούσε, γδυνόταν κι άρχιζαν από την αρχή. Είχαν αφρίσει, στα στόματά τους άσπριζε πηχτό σάλιο. Ιδρωναν όπως χόρευαν και πηδούσαν και τα λαιμά τους έσταζαν. Σήκωναν σκόνη με το τσουροβόλημα, ξετίναζαν τις κουβέρτες και έσκιζαν τις ραφές τους για κανένα σημείωμα ή χαρτί, ξεχώριζαν καθετί που είχε αξία (...)
-- Πού τα βρήκες, μωρέ, τα ψαλίδια;
-- Φονιά.
-- Δεκεμβριανός είσαι;
Και τα ξεχώριζαν με προσοχή, τα 'βαζαν σε σωρό χωριστά ή τα τρύπωναν στις τσέπες τους.
Οι καντινιέρηδες έπαθαν του Χριστού τα πάθη. Ολοι κρατούσαμε ένα δέμα της καντίνας με ξυραφάκια, οδοντόπαστες, μερικά ψιλικά, κονσέρβες ή κανένα κουτί γλυκό - το 'χαμε χρεωθεί και είχαμε δώσει αποδείξεις παραλαβής. Μόλις βρέθηκε η πρώτη κονσέρβα σ' έναν μπόγο άρχισε ένα φοβερό πανηγύρι.
-- Να το, φονιά, το εργαλείο σου, δεν το ξέχασες... Από το Δεκέμβρη, μωρέ, το φυλάεις... (...)
Ριζοσπάστης 30/7/2017

Στέργιος Βασιλείου 













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου