Translate

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Είναι ο φασισμός ο αντίθετος πόλος της (αστικής) δημοκρατίας;


απο τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ


Και να που φτάσαμε στο πραγματικό ζητούμενο: Στην ταύτιση του Μαρξ με τον Χίτλερ και του «Κεφαλαίου» με το «Ο Αγών μου», στη στοχοποίηση όχι μόνο της ΕΣΣΔ, αλλά κάθε σκέψης εργατικής χειραφέτησης από τα καπιταλιστικά δεσμά. Αυτή είναι η νομοτελειακή κατάληξη (και η ουσιαστική στόχευση) του αντικομμουνισμού σε όλες του τις μορφές: Της ταύτισης Χίτλερ - Στάλιν, του διαχωρισμού του σοσιαλισμού - κομμουνισμού από την προσπάθεια εφαρμογής του στη ζωή (σπιλώνοντας ιδιαίτερα την περίοδο της θεμελίωσής του), της ντροπαλής ή ανοιχτής αποδοχής των αντιεπιστημονικών αναλύσεων περί «ολοκληρωτισμών» ή «τελεολογιών».
Ο αντικομμουνισμός άλλωστε - ο οποίος μπορεί να καταστεί διεισδυτικός μόνο μέσω της προσαρμογής του στα διαφορετικά ακροατήρια - αποτελεί δομικό συστατικό όλων των αστικών κομμάτων, κρατικών οργανισμών ή διακρατικών ενώσεων του κεφαλαίου, με την ΕΕ να δίνει έμπρακτα το στίγμα παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του Στ. Κοντονή.
Τώρα που η σχετική αντιπαράθεση αρχίζει να ξεθυμαίνει, αναδεικνύεται πιο καθαρά ο λόγος για τον οποίο σηκώθηκε τόση «σκόνη» ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις οι οποίες (παρά τις όποιες υπαρκτές διαφορές στις ιδεολογικές τους αναφορές) συμφωνούν τόσο ως προς την ανάγκη της πάση θυσία υπεράσπισης του καπιταλισμού όσο και ως προς το μίσος τους απέναντι στην πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Γνωστό δημοσιογραφικό site δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Μετρώντας κέρδη και ζημιές από την "ιστορική" σύγκρουση», εκτιμώντας ότι «η επικοινωνιακή μάχη απέβη νικηφόρα» για την κυβέρνηση. Αυτός ο καιροσκοπικός και ρηχός αστικός «αντιφασισμός» δίνει την αφορμή της εξιχνίασης της πραγματικής σχέσης φασισμού - καπιταλισμού.
Ο φασισμός ως γέννημα - θρέμμα του καπιταλισμού
Σοβιετικοί στρατιώτες στο Ράιχσταγκ, τον Μάη του 1945
Σοβιετικοί στρατιώτες στο Ράιχσταγκ, τον Μάη του 1945
Στο μεγαλύτερο μέρος της αστικής ιστοριογραφίας και δημοσιολογίας, ο φασισμός παρουσιάζεται ως ο αντίθετος πόλος της (αστικής) δημοκρατίας. Είναι όμως πράγματι έτσι;
Ο φασισμός εμφανίστηκε και φούντωσε ως κοινωνικό ρεύμα - με διάφορες μορφές και «σκαμπανεβάσματα» - στο διάστημα ανάμεσα στους δύο Παγκόσμιους ιμπεριαλιστικούς Πολέμους. Επιδιώκοντας να λύσει με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τις δικές της εσωτερικές διαφορές (για τις αποικίες και τις αγορές), η αστική τάξη ήρθε διεθνώς αντιμέτωπη με τους χειρότερους εφιάλτες της. Από τη μία η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, της οποίας φέτος γιορτάζουμε την 100ή επέτειο, αφαιρούσε το 1/6 της παγκόσμιας επικράτειας από την εξουσία της, ενώ από την άλλη κυοφορούνταν μια σειρά εργατικές εξεγέρσεις (σε Γερμανία, Ουγγαρία, Φινλανδία, Ιταλία κ.λπ.).
Ο τρόμος ο οποίος είχε περιβάλει την αστική τάξη, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός από το κύρος που ασκούσε το πρώτο πείραμα φασιστικής διακυβέρνησης, το οποίο λάμβανε χώρα στη Ιταλία από το 1922. Κατά την επίσκεψή του στη Ρώμη στις 20 Γενάρη 1927, ο «δημοκράτης» - κατά τα άλλα - Τσόρτσιλ δήλωνε:
«Αν ήμουν Ιταλός, είμαι σίγουρος ότι θα ήμουν ολόψυχα μαζί σας από την έναρξη της θριαμβευτικής σας πάλης ενάντια στις κτηνώδεις ορέξεις και πάθη του Λενινισμού. Θα πω όμως και μια λέξη για τη διεθνή διάσταση του φασισμού. Εξωτερικά, το κίνημά σας προσέφερε υπηρεσία σε ολόκληρο τον κόσμο (...) Η Ιταλία έδειξε πως υπάρχει τρόπος καταπολέμησης των ανατρεπτικών δυνάμεων (...) προσέφερε το αναγκαίο αντίδοτο στο ρωσικό δηλητήριο. Από δω και πέρα κανένα μεγάλο έθνος δεν θα στερείται των ύστατων μέσων για την προστασία του από την καρκινογόνο ανάπτυξη του Μπολσεβικισμού».1
Αντίστοιχη έλξη ασκούσε ο φασισμός εκείνη την περίοδο σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Ενδεικτική είναι ίσως η στιχομυθία των «δημοκρατών» Βενιζέλου - Πλαστήρα, παραμονές των εκλογών του 1933. Μπροστά στη σίγουρη ήττα του Κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Πλαστήρας πρότεινε στον Βενιζέλο τη διενέργεια πραξικοπήματος, ώστε να «κάνουμε ό,τι και στην Ιταλία, που χάρις στο Φασισμό προοδεύει».
Ο Βενιζέλος «του απήντησε ότι δεν ήτο μεν ενθουσιασμένος με το κοινοβουλευτικόν καθεστώς, αλλ' ότι τα ελαττώματα των άλλων λύσεων ήσαν τόσο μεγάλα, ώστε ουδ' επί στιγμήν εδέχετο αλλαγήν του πολιτεύματος. Η Ιταλία, προσέθεσεν, επήγαινε καλά, διότι εκεί υπήρχε δικτάτωρ, ενώ εις την Ελλάδα δεν υπήρχε δικτάτωρ... Και χαριτολογών, κατέληξεν ο Βενιζέλος: "Αν πείσεις τον Μουσολίνι να αφήση την Ιταλίαν και να έλθη εδώ, τότε, ίσως, συμφωνήσω να γίνη δικτατορία"».2
Ο δε Γ. Κονδύλης - από την άλλη πλευρά του αστικού πολιτικού φάσματος - ένα χρόνο πριν την εγκαθίδρυση του καθεστώτος Μεταξά, θα χαρακτηρίσει τον Ιταλό δικτάτορα ως τον «καλύτερο άνδρα της σημερινής εποχής», ο οποίος «κατάφερε να πειθαρχήσει έναν ζωηρό λαό [...] και να λύσει το πρόβλημα της συνεργασίας μεταξύ κεφαλαίου και εργατών». Λίγο μετά, ο Μεταξάς διευκρίνιζε πως σκοπός τής (κοινοβουλευτικά εγκεκριμένης) δικτατορίας του ήταν η «αδιάκοπος φροντίς διά την στερέωσιν του αστικού καθεστώτος με όλας τας αναγκαίας θυσίας».3
Την ίδια σχεδόν περίοδο, στις 26 Γενάρη του 1934, ο Γερμανός μεγαλοβιομήχανος Κρουπ δήλωνε, ενόψει της πρώτης επετείου από την άνοδο του Χίτλερ στη διακυβέρνηση: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σ.σ. του κομμουνισμού) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας (σ.σ. των βιομηχάνων!)».4
Πέρα, όμως, από την αντιμετώπιση της ανόδου του κύρους των επαναστατικών ιδεών και το τσάκισμα του εργατικού κινήματος, η φασιστική μορφή διακυβέρνησης του καπιταλισμού ήταν ιδανική στη Γερμανία και λόγω της πολεμικής προετοιμασίας ενόψει της διεκδίκησης αγορών και αποικιών από τους παλαιότερους ληστές. Οπως χαρακτηριστικά υπογράμμιζε ο υπουργός Οικονομικών των ναζί Σαχτ στον Αμερικανό Πρόξενο Fuller το 1935: «Οι αποικίες είναι απαραίτητες στη Γερμανία. Αν καταστεί δυνατό θα τις αποκτήσουμε μέσα από διαπραγματεύσεις. Αν όχι, θα τις αρπάξουμε (σ.σ. με τη βία)».5
Σε αυτές τις συνθήκες, όπως διαβάζουμε από τα Πρακτικά της Δίκης της Νυρεμβέργης, «μετά από πρόσκληση του Γκέρινγκ, περίπου 25 από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους της Γερμανίας συναντήθηκαν στο Βερολίνο στις 20 Φλεβάρη 1933», δηλαδή «λίγο πριν τις γερμανικές εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933. Στη συνάντηση αυτή ο Χίτλερ ανακοίνωσε την πρόθεση των συνωμοτών (σ.σ. των ναζί) να αποκτήσουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Γερμανίας, να διαλύσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, με βία να αντιμετωπίσουν κάθε αντιπολίτευση και να αποκαταστήσουν τη δύναμη της Βέρμαχτ. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν ο G. Krupp, επικεφαλής της πολεμικής βιομηχανίας Alfried Krupp A.G., τέσσερα ηγετικά στελέχη της I. G. Farben, ενός εκ των μεγαλυτέρων κονσέρν (σ.σ. μονοπωλίων) χημικών στο κόσμο, ο A. Vogler, επικεφαλής της United Steel Works της Γερμανίας και άλλοι επιφανείς βιομήχανοι». Είχε έρθει η ώρα για τους αστούς να πετάξουν την κοινοβουλευτική μάσκα της δικτατορίας τους και να πάρουν στο χέρι το ναζιστικό μαστίγιο...
Παράλληλα, το ναζιστικό καθεστώς ανέπτυξε καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του αγαστή συνεργασία με καπιταλιστικά μεγαθήρια «δημοκρατικών» κρατών όπως «General Motors», «General Electric», ITT, «Ford», IBM με τους Αμερικανούς Προέδρους των δύο τελευταίων να τιμώνται για τις υπηρεσίες τους στο Γ' Ράιχ με το μετάλλιο του Μεγάλου Σταυρού της Γερμανικής Τάξης του Αετού.
Φασιστικά και «δημοκρατικά» κράτη στον πόλεμο
Παρά τις αντιθέσεις τους με τη Γερμανία για το μοίρασμα των αγορών και των αποικιών, τα ισχυρά «δημοκρατικά» (και αποικιοκρατικά, υπενθυμίζω) καπιταλιστικά κράτη συνέβαλαν προπολεμικά καθοριστικά στο γιγάντωμα του ναζιστικού τέρατος, επιδιώκοντας να το αξιοποιήσουν εναντίον της ΕΣΣΔ. Αυτόν το σκοπό υπηρετούσαν η ανοχή απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών περί εξοπλισμών, η έμμεση στήριξή τους στις φιλοναζιστικές δυνάμεις του Φράνκο, η αποδοχή της προσάρτησης της Αυστρίας στη Γερμανία, η υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου το 1938 (με την οποία στην ουσία παρέδιδαν τμήματα της Τσεχοσλοβακίας στους ναζί)6 κ.λπ.
Οι ίδιες επιδιώξεις όμως διατηρήθηκαν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, με την αποφυγή της παρενόχλησης των Γερμανών που ρίχνονταν στο Ανατολικό Μέτωπο, με την πεισματική άρνηση ανοίγματος του δυτικού μετώπου μέχρι το καλοκαίρι του 1944 (οπότε ο Κόκκινος Στρατός κάλπαζε προς το Βερολίνο) κ.λπ.
Και μετά το τέλος του πολέμου, όμως, τα «δημοκρατικά» καπιταλιστικά κράτη αποτέλεσαν το πιο φιλόξενο έδαφος για τους πρωτεργάτες της ναζιστικής θηριωδίας. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο κρατικός μηχανισμός της «δημοκρατικής» Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας γέμισε με πρώην ναζιστές, ενώ επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της τέθηκε ο πρώην επικεφαλής της ναζιστής αντισοβιετικής κατασκοπίας, στρατηγός Gelen. Αντίστοιχα, έως το 1961 στη διοίκηση του ΝΑΤΟ υπηρέτησαν 136 Γερμανοί στρατηγοί και ναύαρχοι που είχαν καταδικαστεί ως εγκληματίες πολέμου.
Ο σοσιαλισμός θανάσιμος εχθρός του φασισμού
Η σοσιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση, τα 100 χρόνια της οποίας γιορτάζουμε φέτος, αποτέλεσε την απαρχή της οικοδόμησης μιας κοινωνίας χωρίς το καπιταλιστικό κέρδος και τους πολυεπίπεδους ανταγωνισμούς που συνεπάγεται η επιδίωξή του. Μέσα σε πολύ λίγα χρόνια και σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες «ξεχερσώθηκε» το έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκιμεί ο φασισμός. Καθόλου τυχαίο δεν είναι, άλλωστε, ότι στην ΕΣΣΔ έζησαν ειρηνικά πάνω από 100 έθνη και εθνότητες - πολλά από τα οποία είχαν προαιώνια έχθρα μεταξύ τους πριν το σοσιαλισμό - ενώ σχεδόν ταυτόχρονα με την παλινόρθωση του καπιταλισμού σήκωσαν κεφάλι οι φασιστικές αντιλήψεις και οι κάθε είδους εθνικισμοί.
Από τον ίδιο της τον χαρακτήρα, από την ίδια τη θεμελίωση των σοσιαλιστικών - κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, η ΕΣΣΔ αποτέλεσε τον πιο θανάσιμο και μάχιμο αντίπαλο του φασισμού. Αυτό το αναγνώριζε από την αρχή και ο ίδιος ο Χίτλερ, ο οποίος στην ομιλία του (στις 31 Μάρτη 1941) στους στρατηγούς, ενόψει της επίθεσης στην ΕΣΣΔ, προσδιόριζε ως εξής τον χαρακτήρα της:
«Σύγκρουση δύο ιδεολογιών, συντριπτική καταγγελία του μπολσεβικισμού ως κοινωνικό έγκλημα. Ο κομμουνισμός αποτελεί έναν τεράστιο κίνδυνο για το μέλλον. Πρέπει να ξεχάσουμε την καθιερωμένη στρατιωτική συμπεριφορά. Ως στρατιώτες δεν έχουμε τίποτα κοινό με τους κομμουνιστές ούτε πριν ούτε μετά τη μάχη. Πρόκειται για πόλεμο εξόντωσης (...) Αυτός ο πόλεμος θα είναι πολύ διαφορετικός από τον πόλεμο στη Δύση. Στην Ανατολή η βαναυσότητα σήμερα σημαίνει τη δυνατότητα επιείκειας στο μέλλον. Οι διοικητές πρέπει να κάνουν τη θυσία να ξεπεράσουν τις προσωπικές τους αναστολές» (από τις σημειώσεις του στρατηγού Χάλντερ).7
Πράγματι, η αντιμετώπιση των αιχμαλώτων Σοβιετικών στρατιωτών (και ακόμα περισσότερο της πρωτοπορίας τους, των κομματικών στελεχών) ήταν πολύ διαφορετική σε σχέση με τους δυτικούς, ενώ τελείως διαφορετική ήταν και η στάση των ναζιστικών στρατευμάτων κατά την αποχώρησή τους από τα σοβιετικά εδάφη, όπου - σε κραυγαλέα αντίθεση με την αποχώρηση από τα καπιταλιστικά κράτη - έκαιγαν και κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.
Οι περισσότεροι των 20 εκατομμυρίων Σοβιετικών νεκρών αποτέλεσαν την αιματηρή απόδειξη της θανάσιμης σύγκρουσης μεταξύ σοσιαλισμού και ναζισμού. Παράλληλα, οι κομμουνιστές στο εσωτερικό της κάθε χώρας αποτέλεσαν την πιο αποφασιστική, συνεπή και μάχιμη αντιναζιστική δύναμη, με χαρακτηριστικό το ρόλο του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στη χώρα μας.
Η εμπειρία του παρελθόντος και του παρόντος επιβεβαιώνει τη διαπίστωση του Μπρεχτ ότι «Το φασισμό μπορεί να τον καταπολεμήσει μονάχα όποιος αρνιέται την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και όλα όσα συνδέονται με αυτή, επομένως όποιος είναι πρόθυμος να παλέψει μαζί μ' εκείνη την κοινωνική τάξη που πολεμάει με όλες τις δυνάμεις της ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία (...). Ο πιο επικίνδυνος, ο μοναδικός πραγματικός εχθρός του φασισμού είναι ο κομμουνισμός, και αυτό το ξέρει και ο ίδιος ο φασισμός».
-----------------------------------
Παραπομπές:
1. Βλέπε M. Gilbert (1992): «Churchill: A Life» (London: Minerva) και L. Picknett et al: «War of the Windsors: A Century of Unconstitutional Monarcy» (Edinburgh: Mainstream Publishing), 2002, σελ. 78.
2. Γ. Δάφνης: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», τ. Β΄, εκδ. «Ικαρος», Αθήνα, 1955, σελ. 182-184.
3. Σπ. Λιναρδάτου, «4η Αυγούστου», «Π.Λ.Ε.», 1967, σελ. 104).
4. Από ομιλία του G. Krupp, 26 Γενάρη 1934, Ντοκουμέντο D-392, Πρακτικά Δίκη Νυρεμβέργης (ΠΔΝ).
5. Ντοκουμέντα EC-450 και US-629, ΠΔΝ.
6. Για περισσότερα βλ. Μ. Ι. Μαΐσκι, «Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ;», «Σύγχρονη Εποχή», 2014.
7. War Journal of Franz Halder, vol. VI, σελ. 42 - 43 στην ιστοσελίδα της Combined Arms Research Library.

Του
Χρήστου ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ*
* Ο Χρ. Μπαλωμένος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου